Πάβλοβα (Εκείνη)

 

Έμπηξα τα δόντια μου στη σάρκα της. Πλημμύρισε το στόμα μου χυμό. Γλυκό, ξινό. Έσταξε από τις άκρες των χειλιών στο λευκό σεντόνι. Κόκκινη στάμπα πότισε το ύφασμα. Φράουλα!

Άνοιξα τα μάτια μου με λαχτάρα. Με τράβηξες δίπλα σου. Ρούφηξες λαίμαργα την ανάσα μου. «Τι λες; Πάμε μια βόλτα;» «Πάμε να πάρουμε φράουλες;» σου είπα, και το χείλος μου συσπάστηκε από την επιθυμία. Χαμογέλασες. Έσπρωξες τα ξύλινα παντζούρια και ξεθώριασες στο φως. Ορμητικά εισέβαλλε στο δωμάτιο η λάμψη. Έτσουξε τα μάτια, έκαψε την γυμνή μου πλάτη.  Έχωσα το κεφάλι  στο μαξιλάρι. «Με σαντιγί. Να, εδώ και εδώ.» Με γαργάλησες, δαγκώνοντας απαλά τους γλουτούς μου. «Ναι, μπόλικη κρέμα και… μα… τι μέρα είναι;» Ανασηκώθηκα στο στρώμα. Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα; Σήκωσες τους ώμους αδιάφορα. Πέρασες πάνω από τα πεταμένα ρούχα στο πάτωμα, άνοιξες το κινητό που είχες αφήσει στο σαλόνι. «Κυριακή,» μου φώναξες από μέσα. «Κοντεύει μεσημέρι.» Έκλεισες πάλι το κινητό βιαστικά. «Για να σε έχω μόνο δική μου,» μου είχες πει, ενώ έβγαζες από την πρίζα και το σταθερό.

«Δεν έχουμε τίποτα στο ψυγείο,» ακούστηκες ξανά. «Τίποτα, από χθες,» συμπλήρωσα γελώντας. Κούμπωσα το παντελόνι. Χέρια, πόδια νωθρά, αδέξια. Κινήσεις κουρασμένες, ασυντόνιστες. Στάθηκες στην πόρτα. Μου πέταξες το εφαρμοστό μπλουζάκι. Ντύθηκες αργά, χωρίς κουβέντες. «Πάμε;»

Έπιασες τα χέρια μου σταυρωτά πίσω από την πλάτη. Τα έχωσες στην παλάμη σου και με βήματα βαριά, που σέρναμε στο πεζοδρόμιο, αφέθηκα να με οδηγήσεις μέχρι την πλατεία. Ατέλειωτος ο δρόμος. Μακρύς. Στάθηκα κάτω από τα κλαδιά. Τα μωβ μπουμπούκια ολάνθιστα. Σάλεψαν από τον μαρτιάτικο αέρα. Έπεσαν στους ώμους, στα μαλλιά. Έσφιξες τα χέρια μου στην μέση. Λαβή, δεμένη με κόμπο άλυτο. Όπως το βράδυ, κλειδωμένη στο στρώμα.

«Να, έχει και σιρόπι,» σου ψιθύρισα στο αυτί. «Να κυλήσει στην σαντιγί,» με κόλλησες στο στήθος σου τρυφερά. «Έλα.»

Όλα κλειστά. Η πλατεία σχεδόν άδεια. Λίγα παιδιά. Ένας παππούς. Τίποτα. «Τώρα;» μου ξέφυγε με απογοήτευση. Μα δεν θα το έβαζες κάτω, έτσι εύκολα. «Το πέτρινο είναι ανοιχτό.» Κρέμα γάλακτος, σιρόπι, ωραία. Χμ, Φράουλες; «Φράουλες;» έσμιξες τα φρύδια με απογοήτευση.

Καθίσαμε στο παγκάκι. Ξάπλωσες στα γόνατά μου. «Να πάρουμε ένα γιαούρτι φράουλα;» έλαμψαν τα μάτια σου. Σούφρωσα τα χείλη. «Δεν είναι το ίδιο.» Αναστέναξες σκεπτικός. «Όχι… αλλά…»

Τινάχτηκες απότομα. «Σήκω,» φώναξες και με έπιασες από το χέρι. Με έσερνες πίσω σου. Σκόνταψα. Παραπάτησα.  Ένα στενό, δύο. Αριστερά. «Κάνε γρήγορα, βιάσου.» Πάσχιζα να ρυθμίσω τα βήματα, να σε προφτάσω. Και συ λαχάνιασες, αλλά δεν στάθηκες, δεν αργοπόρησες. Φτάσαμε σαν κυνηγημένοι. Εξαντλημένοι, με μάγουλα χρωματιστά. Πρόσωπα όλο αγωνία. Αχ, και να έχει!

«Μία Πάβλοβα!» φώναξες πριν καλά, καλά με σπρώξεις μέσα στο ζαχαροπλαστείο. Γύρισαν και μας κοίταξαν ψυχρά. Μια ουρά μεγάλη, και ο υπάλληλος αυστηρός. Πως τολμάτε; σκέφτηκε. Στο δικό μας ζαχαροπλαστείο. Γυαλιστερή βιτρίνα. Χρυσές αλυσίδες τα σοκολατάκια, διαμάντια τα αμυγδαλωτά και εκείνες οι τούρτες… Μα δίπλα, στην πίσω μεριά του ψυγείου, τελευταία, η μοναδική, λαχταριστή Πάβλοβα. Μαρέγκα και κρέμα. Φράουλες ραντισμένες με σιρόπι. Ένας ακόμη πελάτης και θα είναι δική μας. Πλημμύρισε το στόμα μου από το σιρόπι. Έσταξε η σαντιγί στον ουρανίσκο. Κόπηκε η ανάσα μου για μια μπουκιά.

«Μια Πάβλοβα παρακαλώ,»  ακούστηκε αδιάφορα ο πελάτης πριν από μας. «Είστε τυχερός. Έχει μείνει μόνο μία τελευταία,» απάντησε τυπικά ο υπάλληλος, αποφεύγοντας το παγωμένο μου βλέμμα. Χαμογέλασε ικανοποιημένα ο χοντρός κύριος. Έβγαλε το πορτοφόλι και πλήρωσε. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στον δρόμο.

«Λοιπόν; Τι θα πάρετε;» ρώτησε με προσποιητή αθωότητα ο υπάλληλος. Σάστισες. Κοίταξες μία εμένα, και μία εκείνον. Κόλλησες. Έψαξες τα μάτια μου. Απελπισία. Αχ, και να είχα μία μόνο μπουκιά. Άνοιξες το στόμα, αλλά δεν άρθρωσες λέξη.  Πετάχτηκες προς την πόρτα και έτρεξες. Όσο σε βαστούσαν τα πόδια σου, με όσες αντοχές σου είχαν μείνει από τις τελευταίες μέρες. Βγήκα να σε ψάξω μα δεν φαινόσουν πουθενά. Μπορεί να χάθηκες μέσα στην σαντιγί; Να γλίστρησες στο σιρόπι; Να σε πλάκωσαν οι φράουλες;

«Έλα,» ακούστηκες ξεψυχισμένος πίσω μου. Έσταζες και οι ανάσες σου ήταν κοφτές. Τι κρίμα, σκέφτηκα.

«Πάμε σπίτι να την φάμε!» Έβγαλες θριαμβευτικά το πακέτο που κρατούσες κρυμμένο και εγώ έπεσα απάνω σου, γύρω σου, μέσα σου.

Την ακουμπήσαμε στο τραπέζι της κουζίνας.  Βγάλαμε τα κουτάλια και σε φίλησα ξανά. «Όχι εδώ, μου είπες,» και την πήρες μαζί σου. Σε ακολούθησα μέχρι την κρεβατοκάμαρα. «Εδώ.» Πάνω στα σεντόνια. Έχωσα το κουτάλι ολόκληρο με το χερούλι. Άνοιξα τα χείλη και λύθηκα. Γλυκό, ξινό στο στόμα. Σιρόπι στις φλέβες. Σαντιγύ κολλημένη στο πιγούνι, στην μύτη. Παλμοί, ανάσες, κουβάρι.

Γέμισα από φράουλα.
Γέμισα από σένα.

  6 Σχόλια στο “Πάβλοβα (Εκείνη)”

  1. Πραγματικά γεύτηκα την πάβλοβα!!!

  2. Οι δύο εκδοχές …του ίδιου πάθους! Είτε αυτό είναι γλυκό φιλί…είτε …απλά γλυκό! Οι εικόνες πιο δυνατές από τις λέξεις…κι οι αισθήσεις πάνω από το νου. Υπέροχα, απλά, νόστιμα … για εκείνους που γιορτάζουν, αλλά και για εκείνους που ζουν. Χωρίς όρια, χωρίς φράγματα…απλά και αυθόρμητα! [σχόλιο στο f/b]

  3. Τι ωραία ιστορία! [σχόλιο στο f/b]

  4. Υπέροχη φέρνει στο νου εικόνες, ξυπνάει τις αισθήσεις. [σχόλιο στο f/b]

  5. Οι κοφτές προτάσεις εναλλάσσουν γρήγορα τις εικόνες σαν σε κινηματογραφική ταινία, που σε παροτρύνει, σχεδόν σε αγχώνει να δείς παρακάτω, σε διεγείρει να μπείς μέσα στο πλάνο, σου ξυπνάει τις αισθήσεις να γευτείς την … πάβλοβα!!

  6. Αισθήσεις, γεύσεις, συναισθήματα όλα στο απόγειό τους….πόσο ζωντανές οι λέξεις, πόσο μυστήρια αποκαλυπτικές οι εκφράσεις…κι αυτή η πάβλοβα τόσο φρέσκια…
    κινήσεις που ξεπερνάν τα πρέπει!!!
    Υπέροχο!!

 Αφήστε ένα σχόλιο